Τι ακριβώς συμβαίνει, όταν έχουμε δυσανεξία στη λακτόζη;

PDFΕκτύπωσηE-mail

Η φυσιολογική διάσπαση της λακτόζης σε γλυκόζη και γαλακτόζη εκτελείται κανονικά από το ένζυμο λακτάση, στο λεπτό έντερο. Τα δύο αυτά συστατικά (γλυκόζη και γαλακτόζη) μπορούν να απορροφηθούν από τον οργανισμό χωρίς κανένα πρόβλημα.

Enzymes_smallΣε περίπτωση έλλειψης του ενζύμου λακτάση, η λακτόζη δεν διασπάται πλήρως αλλά μόνο μερικώς. Το σάκχαρο του γάλακτος εισέρχεται αδιάσπαστο στο παχύ έντερο, όπου πραγματοποιούνται οι εξής ανεπιθύμητες αντιδράσεις:

Σε πρώτη φάση η λακτόζη αποδομείται μέσω λιπαρών οξέων και διαφόρων αερίων όπως το διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο και υδρογόνο.

Στη συνέχεια δημιουργούνται υδροστοιχεία στο έντερο, τα οποία συσσωρεύονται από τα κύτταρα του εντέρου και προκαλούν μία αίσθηση φουσκώματος, διάρροια και συσπάσεις του στομαχιού.

Οι χημικές αντιδράσεις που προκαλούνται από την έλλειψη της λακτάσης είναι σε θέση να προκαλέσουν ποικίλες δυσάρεστες παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Ανάλογα με τη ποσότητα της ληφθείσας λακτόζης, τα συμπτώματα μπορεί να εκδηλωθούν λίγα λεπτά μετά την κατανάλωση και να διαρκέσουν μέρες.